Αναπλάσμωση
Τι είναι η αναπλάσμωση;
Η αναπλάσμωση είναι ένα κροτωνογενές νόσημα του σκύλου, δηλαδή μεταδίδεται κυρίως μέσω τσιμπήματος από μολυσμένους κρότωνες.
Προκαλείται από βακτήρια του γένους Anaplasma, κυρίως από τα είδη Anaplasma platys και Anaplasma phagocytophilum. Πρόκειται για υποχρεωτικά ενδοκυτταρικά, gram-αρνητικά βακτήρια της οικογένειας Anaplasmataceae.
Το Anaplasma phagocytophilum προσβάλλει κυρίως τα κοκκιοκύτταρα και προκαλεί την κοκκιοκυτταρική αναπλάσμωση. Το είδος αυτό μπορεί να μολύνει και τον άνθρωπο.
Το Anaplasma platys προσβάλλει κυρίως τα αιμοπετάλια και προκαλεί την κυκλική θρομβοκυτταροπενία του σκύλου.
Πώς μεταδίδεται;
Η μετάδοση γίνεται μέσω κροτώνων.
Στην Ευρώπη, βασικοί φορείς είναι:
-
Ο κρότωνας Ixodes ricinus, κυρίως για το Anaplasma phagocytophilum
-
Ο κρότωνας Rhipicephalus sanguineus, κυρίως για το Anaplasma platys
Το Ixodes ricinus εντοπίζεται κυρίως στην Κεντρική και Βόρεια Ευρώπη, αλλά και σε περιοχές της Ισπανίας, της Ιταλίας, των Βαλκανίων και της Βόρειας Ελλάδας.
Το Rhipicephalus sanguineus συναντάται συχνότερα στις μεσογειακές χώρες.
Δεξαμενές της νόσου μπορεί να είναι τρωκτικά, οικόσιτα και άγρια μηρυκαστικά, καθώς και πιθανώς ορισμένα πτηνά.
Πόσο συχνή είναι;
Η έκθεση στην αναπλάσμωση στην Ευρώπη ποικίλλει ανάλογα με την περιοχή, την παρουσία κροτώνων και τις συνθήκες διαβίωσης των ζώων.
Σε ορισμένες περιοχές η οροθετικότητα μπορεί να είναι αρκετά υψηλή.
Η νόσος είναι συχνά ασυμπτωματική ή αυτοπεριοριζόμενη, δηλαδή μπορεί να μην προκαλέσει έντονα συμπτώματα ή να υποχωρήσει χωρίς σοβαρή κλινική εικόνα. Παρόλα αυτά, σε ορισμένους σκύλους μπορεί να εμφανιστούν συμπτώματα και να χρειαστεί διερεύνηση και θεραπεία.
Πότε υπάρχει υποψία λοίμωξης;
Η αναπλάσμωση πρέπει να διερευνάται σε σκύλους που έχουν ιστορικό έκθεσης σε κρότωνες, ιδιαίτερα όταν εμφανίζουν γενικά συμπτώματα όπως πυρετό, λήθαργο ή χωλότητα.
Πρέπει να σημειωθεί ότι πολλοί μολυσμένοι σκύλοι μπορεί να παραμένουν ασυμπτωματικοί.
Κλινικά συμπτώματα
Τα συχνότερα κλινικά συμπτώματα μπορεί να περιλαμβάνουν:
-
Λήθαργο
-
Ανορεξία
-
Κυμαινόμενο πυρετό, ιδιαίτερα στη λοίμωξη από Anaplasma platys
-
Απροθυμία μετακίνησης
-
Χωλότητα
-
Πόνο ή δυσκαμψία
-
Διάρροια
-
Διαταραχές αιμόστασης
-
Λεμφαδενοπάθεια
Η κλινική εικόνα μπορεί να είναι ήπια και μη ειδική, γι’ αυτό και η αναπλάσμωση συχνά χρειάζεται εργαστηριακή διερεύνηση για να επιβεβαιωθεί ή να αποκλειστεί.
Εργαστηριακά ευρήματα
Στις αιματολογικές και βιοχημικές εξετάσεις μπορεί να παρατηρηθούν:
-
Θρομβοκυτταροπενία
-
Περιοδική θρομβοκυτταροπενία στη λοίμωξη από Anaplasma platys
-
Λευκοπενία
-
Ήπια έως μέτρια αναιμία
-
Ήπια αύξηση των ηπατικών ενζύμων
Η θρομβοκυτταροπενία αποτελεί ένα από τα πιο συχνά εργαστηριακά ευρήματα και πρέπει να αξιολογείται σε συνδυασμό με το ιστορικό και την κλινική εικόνα του ζώου.
Πώς γίνεται η διάγνωση;
Η διάγνωση της αναπλάσμωσης βασίζεται στον συνδυασμό:
-
Ιστορικού έκθεσης σε κρότωνες
-
Κλινικής εικόνας
-
Αιματολογικών ευρημάτων
-
Ειδικών διαγνωστικών εξετάσεων
Οι βασικές διαγνωστικές μέθοδοι είναι:
-
Ορολογικές εξετάσεις
-
PCR
-
Εξέταση επιχρίσματος αίματος
Ορολογικές εξετάσεις
Οι ορολογικές εξετάσεις, όπως ELISA και IFAT, χρησιμοποιούνται για την ανίχνευση αντισωμάτων έναντι του Anaplasma.
Είναι μέθοδοι με μεγάλη ευαισθησία και δείχνουν ότι ο οργανισμός έχει εκτεθεί στη λοίμωξη. Ωστόσο, ένα θετικό αποτέλεσμα δεν σημαίνει πάντα ενεργή νόσο, καθώς μπορεί να υποδηλώνει παλαιότερη έκθεση.
Τα αντισώματα χρειάζονται συνήθως 3 έως 4 εβδομάδες μετά τη μόλυνση για να αναπτυχθούν.
Η εξέταση πρέπει πάντα να ερμηνεύεται μαζί με:
-
Την κλινική εικόνα
-
Το ιστορικό του ζώου
-
Τα αιματολογικά ευρήματα
-
Την πιθανή έκθεση σε κρότωνες
Η αύξηση του τίτλου αντισωμάτων κατά 4 φορές ή περισσότερο μεταξύ της οξείας φάσης και της φάσης ανάρρωσης μπορεί να υποστηρίξει τη διάγνωση.
Τα γρήγορα τεστ που χρησιμοποιούνται στο ιατρείο είναι χρήσιμα ως αρχικός έλεγχος, αλλά δεν αρκούν πάντα από μόνα τους για οριστική διάγνωση.
PCR
Η PCR είναι μία πολύ ειδική μέθοδος, η οποία ανιχνεύει το γενετικό υλικό του Anaplasma στο αίμα.
Είναι ιδιαίτερα χρήσιμη για την επιβεβαίωση τρέχουσας λοίμωξης, καθώς μπορεί να ανιχνεύσει το παθογόνο λίγες ημέρες μετά τη μόλυνση.
Η PCR αίματος μπορεί να είναι ευαίσθητη για την ανίχνευση του Anaplasma spp. και χρησιμοποιείται συχνά όταν υπάρχει υποψία ενεργής λοίμωξης ή όταν τα υπόλοιπα αποτελέσματα δεν είναι ξεκάθαρα.
Εξέταση επιχρίσματος αίματος
Η μικροσκοπική εξέταση επιχρίσματος αίματος μπορεί να δείξει ενδοκυτταροπλασματικές ομάδες βακτηρίων, γνωστές ως μορίδια.
Τα μορίδια μπορεί να εντοπιστούν:
-
Στα κοκκιοκύτταρα, στη λοίμωξη από Anaplasma phagocytophilum
-
Στα αιμοπετάλια, στη λοίμωξη από Anaplasma platys
Η εξέταση γίνεται συνήθως με ειδικές χρώσεις, όπως Giemsa ή Wright.
Πρόκειται για γρήγορη και χαμηλού κόστους μέθοδο, όμως έχει περιορισμένη ευαισθησία, ιδιαίτερα όταν δεν πραγματοποιείται από έμπειρο άτομο.
Η μη ανεύρεση μοριδίων στο επίχρισμα δεν αποκλείει τη λοίμωξη.
Αντιμετώπιση της νόσου
Η θεραπεία της αναπλάσμωσης βασίζεται συνήθως στη χορήγηση δοξυκυκλίνης από το στόμα για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, σύμφωνα πάντα με τις οδηγίες του κτηνιάτρου.
Η πρόγνωση και η αποτελεσματικότητα της θεραπείας είναι καλύτερες όταν η αγωγή ξεκινήσει έγκαιρα, στην αρχή της νόσου.
Σε αρκετά περιστατικά, η κλινική βελτίωση μπορεί να φανεί μέσα στις πρώτες 48 ώρες από την έναρξη της θεραπείας.
Η διάρκεια και το θεραπευτικό σχήμα καθορίζονται από τον κτηνίατρο, ανάλογα με:
-
Τη βαρύτητα των συμπτωμάτων
-
Τα αιματολογικά ευρήματα
-
Την ηλικία και τη γενική κατάσταση του ζώου
-
Την πιθανή συνύπαρξη άλλων κροτωνογενών νοσημάτων
Υποστηρικτική φροντίδα
Σε σοβαρά περιστατικά, ιδιαίτερα όταν υπάρχει έντονη θρομβοκυτταροπενία ή αιμορραγική διάθεση, μπορεί να χρειαστεί υποστηρικτική αγωγή.
Αυτή μπορεί να περιλαμβάνει:
-
Παρακολούθηση αιματολογικών παραμέτρων
-
Υποστήριξη ενυδάτωσης και γενικής κατάστασης
-
Μετάγγιση πλάσματος ή προϊόντων αίματος, όπου κρίνεται απαραίτητο
-
Αντιμετώπιση συνυπάρχουσας λοίμωξης ή επιπλοκών
Η παρακολούθηση μετά τη θεραπεία μπορεί να περιλαμβάνει επαναληπτικές εξετάσεις, ανάλογα με την πορεία του περιστατικού.
Παρακολούθηση μετά τη θεραπεία
Μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας, ο κτηνίατρος μπορεί να συστήσει επανέλεγχο με αιματολογικές ή ορολογικές εξετάσεις.
Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να γίνει επανάληψη της ορολογικής εξέτασης μετά από μερικούς μήνες και στη συνέχεια περιοδικά, ιδιαίτερα σε σκύλους που ζουν σε περιοχές με αυξημένη παρουσία κροτώνων.
Η παρακολούθηση είναι σημαντική, επειδή η επαναμόλυνση είναι πιθανή εάν ο σκύλος εκτεθεί ξανά σε μολυσμένους κρότωνες.
Πρόληψη
Η πρόληψη βασίζεται κυρίως στην προστασία από τους κρότωνες.
Συνιστώνται:
-
Τακτική χρήση αντιπαρασιτικών προϊόντων κατά των κροτώνων
-
Αμπούλες, δισκία, περιλαίμια ή σπρέι, ανάλογα με τις ανάγκες του ζώου
-
Έλεγχος του σκύλου μετά από βόλτες σε περιοχές με χόρτα, χώμα ή έντονη παρουσία κροτώνων
-
Καθημερινός έλεγχος, τουλάχιστον κάθε 24 ώρες, σε περιβάλλοντα υψηλού κινδύνου
-
Άμεση και σωστή αφαίρεση των κροτώνων
-
Αποφυγή βίαιης πίεσης ή σύνθλιψης του κρότωνα κατά την αφαίρεση
Η σωστή πρόληψη μειώνει τον κίνδυνο αναπλάσμωσης, αλλά και άλλων νοσημάτων που μεταδίδονται από κρότωνες, όπως η ερλιχίωση, η μπαμπεσίωση και η νόσος Lyme.
Η έγκαιρη αναγνώριση των συμπτωμάτων και η σωστή κτηνιατρική καθοδήγηση είναι καθοριστικές για την καλή πορεία του ζώου.

