Skip to main content
18 Μαρτίου, 2026

Διροφιλαρίωση

Τι είναι η διροφιλαρίωση;

Η διροφιλαρίωση του σκύλου, γνωστή και ως καρδιοπνευμονική διροφιλαρίωση, είναι μία παρασιτική νόσος που προκαλείται από το νηματώδες παράσιτο Dirofilaria immitis.

Παρότι συχνά αναφέρεται ως «νόσος της καρδιάς», στην πραγματικότητα επηρεάζει κυρίως τους πνεύμονες και τις πνευμονικές αρτηρίες. Οι προνύμφες του παρασίτου μετακινούνται μέσα από τους ιστούς του οργανισμού και τελικά καταλήγουν στις πνευμονικές αρτηρίες, όπου εξελίσσονται σε ενήλικα παράσιτα.

Οι καρδιολογικές επιπλοκές, όπως η δεξιά καρδιακή ανεπάρκεια ή η παρουσία παρασίτων στην καρδιά, εμφανίζονται συνήθως μήνες ή ακόμη και χρόνια μετά τη μόλυνση.

Στον σκύλο, τα ενήλικα παράσιτα μπορούν να επιβιώσουν για αρκετά χρόνια, ακόμη και έως 7 χρόνια.

Πώς μεταδίδεται;

Η διροφιλαρίωση μεταδίδεται μέσω τσιμπήματος από μολυσμένα κουνούπια.

Το κουνούπι μεταφέρει τις προνύμφες του παρασίτου στον σκύλο. Στη συνέχεια, οι προνύμφες ωριμάζουν σταδιακά μέσα στον οργανισμό και μετακινούνται προς τις πνευμονικές αρτηρίες.

Ο κίνδυνος είναι μεγαλύτερος σε περιοχές όπου το παράσιτο ενδημεί, αλλά σκύλοι που ταξιδεύουν ή μετακινούνται από περιοχή σε περιοχή μπορεί επίσης να εκτεθούν στη νόσο.

Πότε υπάρχει υποψία διροφιλαρίωσης;

Η διροφιλαρίωση μπορεί να παραμείνει χωρίς εμφανή συμπτώματα για μεγάλο χρονικό διάστημα. Πολλοί σκύλοι δεν παρουσιάζουν κλινική εικόνα για μήνες ή ακόμη και για χρόνια, ειδικά όταν το παρασιτικό φορτίο είναι μικρό.

Η απουσία συμπτωμάτων δεν αποκλείει τη μόλυνση.

Η νόσος πρέπει να διερευνάται ιδιαίτερα σε σκύλους που ζουν, προέρχονται από ή έχουν ταξιδέψει σε περιοχές όπου η διροφιλαρίωση είναι συχνή.

Κλινικά συμπτώματα

Τα συχνότερα συμπτώματα μπορεί να περιλαμβάνουν:

  • Βήχα

  • Εύκολη κόπωση

  • Μειωμένη αντοχή στην άσκηση

  • Δύσπνοια

  • Λιποθυμικά επεισόδια

  • Αδυναμία

  • Απώλεια βάρους

  • Συμπτώματα δεξιάς καρδιακής ανεπάρκειας σε προχωρημένες περιπτώσεις

Σε σοβαρά περιστατικά μπορεί να εμφανιστεί το σύνδρομο οπίσθιας κοίλης φλέβας, το οποίο αποτελεί επείγουσα κατάσταση και μπορεί να συνοδεύεται από:

  • Οξεία δύσπνοια

  • Έντονο καρδιακό φύσημα

  • Αιμοσφαιρινουρία ή αιματουρία

  • Έντονη καταβολή

  • Κυκλοφορική κατάρρευση

Εργαστηριακά ευρήματα

Τα εργαστηριακά ευρήματα μπορεί να είναι μη ειδικά, ιδιαίτερα στα αρχικά στάδια της νόσου.

Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να παρατηρηθούν μικροφιλάριες σε επιχρίσματα αίματος ή σε άλλα κυτταρολογικά επιχρίσματα που περιέχουν αίμα.

Επειδή η απουσία ευρημάτων δεν αποκλείει τη μόλυνση, η διάγνωση πρέπει να βασίζεται σε ειδικές εξετάσεις.

Απεικονιστικά ευρήματα

Στους πρώτους μήνες μετά τη μόλυνση μπορεί να μην υπάρχουν εμφανείς αλλοιώσεις στις απεικονιστικές εξετάσεις. Η απουσία παθολογικών ευρημάτων δεν αποκλείει τη νόσο.

Στα ακτινογραφήματα θώρακος μπορεί να παρατηρηθούν:

  • Περιαγγειακή πνευμονική φλεγμονή

  • Διάταση των πνευμονικών αρτηριών

  • Ελικοειδής πορεία των πνευμονικών αγγείων

  • Απότομη διακοπή της φυσιολογικής διακλάδωσης των αγγείων

  • Διάταση της δεξιάς κοιλίας της καρδιάς

  • Διάταση της πνευμονικής αρτηρίας

Στο υπερηχοκαρδιογράφημα μπορεί να διαπιστωθούν ενδείξεις πνευμονικής υπέρτασης, όπως:

  • Υπερτροφία ή διάταση της δεξιάς κοιλίας

  • Διάταση της κύριας πνευμονικής αρτηρίας

  • Αυξημένη ταχύτητα ροής στην πνευμονική αρτηρία

  • Παλινδρόμηση της τριγλώχινας βαλβίδας

  • Μειωμένος δείκτης RPAD

Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να απεικονιστούν ενήλικα παράσιτα μέσα στις πνευμονικές αρτηρίες ως υπερηχογενείς γραμμικές δομές. Το εύρημα αυτό είναι πολύ χαρακτηριστικό, αλλά εξαρτάται από την εμπειρία του χειριστή και την ποιότητα του εξοπλισμού.

Ταξιδιωτικό ιστορικό και προέλευση

Το ταξιδιωτικό ιστορικό είναι πολύ σημαντικό.

Σκύλοι που ζουν, προέρχονται από ή έχουν ταξιδέψει σε χώρες ή περιοχές όπου το παράσιτο ενδημεί διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο μόλυνσης.

Ακόμη και σε χώρες που δεν θεωρούνται έντονα ενδημικές, ο κίνδυνος δεν πρέπει να αποκλείεται, ειδικά όταν υπάρχουν μετακινήσεις ζώων ή αλλαγές στις κλιματικές συνθήκες που ευνοούν τα κουνούπια.

Πώς γίνεται η διάγνωση;

Η διάγνωση της διροφιλαρίωσης βασίζεται στον συνδυασμό ειδικών διαγνωστικών εξετάσεων, κλινικής εικόνας και απεικονιστικών ευρημάτων.

Οι βασικές εξετάσεις είναι:

  • Δοκιμή Knott

  • Ανίχνευση αντιγόνου ενήλικων παρασίτων

  • PCR

  • Εξέταση νωπού αίματος, με περιορισμένη διαγνωστική αξία

Δοκιμή Knott

Η δοκιμή Knott γίνεται σε δείγμα ολικού αίματος με αντιπηκτικό EDTA και χρησιμοποιείται για τη συμπύκνωση και χρώση μικροφιλαριών.

Αποτελεί χρήσιμη και σχετικά οικονομική εξέταση, ιδιαίτερα για τη διαφοροποίηση μεταξύ διαφορετικών νηματωδών παρασίτων, όπως:

  • Dirofilaria immitis

  • Dirofilaria repens

  • Acanthocheilonema reconditum

Μπορεί όμως να υπάρχουν ψευδώς αρνητικά αποτελέσματα, κυρίως σε ζώα που έχουν λάβει στο παρελθόν προληπτική αγωγή με μακροκυκλικές λακτόνες.

Για τον λόγο αυτό, η δοκιμή Knott πρέπει να αξιολογείται σε συνδυασμό με τη δοκιμή ανίχνευσης αντιγόνου ενήλικων παρασίτων.

Ανίχνευση αντιγόνου ενήλικων παρασίτων

Η εξέταση αντιγόνου, με ELISA ή ανοσοχρωματογραφικές μεθόδους, ανιχνεύει κυκλοφορούντα αντιγόνα της Dirofilaria immitis.

Πρόκειται για γρήγορη εξέταση με υψηλή ευαισθησία και ειδικότητα.

Ωστόσο, μπορεί να υπάρξουν ψευδώς αρνητικά αποτελέσματα, για παράδειγμα όταν:

  • Το παρασιτικό φορτίο είναι χαμηλό

  • Υπάρχουν μόνο αρσενικά παράσιτα

  • Η μόλυνση είναι ακόμη σε πρώιμο στάδιο

Η εξέταση αυτή πρέπει ιδανικά να γίνεται σε συνδυασμό με τη δοκιμή Knott.

PCR

Η PCR ανιχνεύει το DNA των μικροφιλαριών και μπορεί να βοηθήσει στη διαφοροποίηση των παρασίτων.

Έχει μεγάλη ειδικότητα, αλλά μπορεί να έχει μικρότερη ευαισθησία σε σχέση με τη δοκιμή Knott. Συνήθως χρησιμοποιείται ως συμπληρωματική εξέταση, ιδιαίτερα όταν τα αποτελέσματα των άλλων εξετάσεων δεν είναι ξεκάθαρα.

Εξέταση νωπού αίματος

Η εξέταση σταγόνας νωπού αίματος μπορεί να δείξει ζωντανές μικροφιλάριες μέσω της κίνησής τους.

Είναι γρήγορη και χαμηλού κόστους εξέταση, αλλά έχει πολύ χαμηλή ευαισθησία και δεν επιτρέπει τη διαφοροποίηση των ειδών. Για τον λόγο αυτό δεν θεωρείται αξιόπιστη μέθοδος για επιβεβαίωση της νόσου.

Ερμηνεία διαγνωστικών εξετάσεων

Η ερμηνεία των αποτελεσμάτων πρέπει πάντα να γίνεται από τον κτηνίατρο, σε συνδυασμό με την κλινική εικόνα του ζώου.

Γενικά:

  • Θετική ανίχνευση αντιγόνου και θετική δοκιμή Knott υποδηλώνουν μολυσμένο σκύλο

  • Θετική ανίχνευση αντιγόνου και αρνητική δοκιμή Knott μπορεί επίσης να υποδηλώνουν μόλυνση

  • Αρνητική ανίχνευση αντιγόνου και θετική δοκιμή Knott χρειάζονται περαιτέρω επιβεβαίωση, συνήθως με PCR

  • Αρνητική ανίχνευση αντιγόνου και αρνητική δοκιμή Knott μειώνουν την πιθανότητα μόλυνσης, αλλά δεν την αποκλείουν πλήρως σε πρώιμα στάδια

Σε περίπτωση υποψίας πρόσφατης μόλυνσης, μπορεί να χρειαστεί επανέλεγχος μετά από μερικούς μήνες.

Σταδιοποίηση της νόσου

Σε κάθε σκύλο που διαγιγνώσκεται θετικός στη διροφιλαρίωση πρέπει να γίνεται κλινική σταδιοποίηση.

Η σταδιοποίηση βοηθά στην εκτίμηση του κινδύνου πνευμονικής θρομβοεμβολής και καθορίζει την κατάλληλη θεραπευτική προσέγγιση.

Υψηλός κίνδυνος πνευμονικής θρομβοεμβολής

Ένας σκύλος θεωρείται υψηλού κινδύνου όταν υπάρχει ένα ή περισσότερα από τα παρακάτω:

  • Συμπτώματα που σχετίζονται με τη νόσο

  • Παθολογικά ευρήματα στα ακτινογραφήματα θώρακος

  • Υψηλός αντιγονικός τίτλος

  • Ανίχνευση ενήλικων παρασίτων στην πνευμονική αρτηρία ή στη δεξιά καρδιά

  • Ενδείξεις πνευμονικής υπέρτασης

  • Συνύπαρξη άλλης νόσου

  • Απουσία περιορισμού της άσκησης

Χαμηλός κίνδυνος πνευμονικής θρομβοεμβολής

Ένας σκύλος θεωρείται χαμηλότερου κινδύνου όταν ισχύουν τα παρακάτω:

  • Δεν υπάρχουν συμπτώματα που να υποδηλώνουν τη νόσο

  • Δεν υπάρχουν παθολογικά ευρήματα στα ακτινογραφήματα θώρακος

  • Ο αντιγονικός τίτλος είναι χαμηλός ή υπάρχει αρνητική εξέταση αντιγόνου με θετική δοκιμή Knott

  • Δεν απεικονίζονται ενήλικα παράσιτα στο υπερηχοκαρδιογράφημα

  • Δεν υπάρχουν ενδείξεις πνευμονικής υπέρτασης

  • Δεν υπάρχει άλλη συνυπάρχουσα νόσος

  • Η σωματική άσκηση είναι περιορισμένη

Αντιμετώπιση της νόσου

Η αντιμετώπιση της διροφιλαρίωσης πρέπει να γίνεται με προσοχή και πάντα υπό κτηνιατρική παρακολούθηση.

Η θεραπεία εξαρτάται από:

  • Το στάδιο της νόσου

  • Την παρουσία ή απουσία συμπτωμάτων

  • Τον κίνδυνο θρομβοεμβολής

  • Την ύπαρξη πνευμονικής υπέρτασης

  • Τη γενική κατάσταση του ζώου

Χειρουργική αντιμετώπιση

Η χειρουργική αφαίρεση των παρασίτων συνιστάται σε περιπτώσεις συνδρόμου κοίλης φλέβας ή όταν ανιχνεύεται σημαντικός αριθμός παρασίτων στη δεξιά κοιλία ή στον δεξιό κόλπο.

Η διαδικασία απαιτεί ειδικό εξοπλισμό και εμπειρία. Σε κατάλληλα περιστατικά μπορεί να βοηθήσει στη μείωση του κινδύνου σοβαρών επιπλοκών, όπως η πνευμονική θρομβοεμβολή.

Ενηλικοκτόνος αγωγή

Η ενηλικοκτόνος αγωγή στοχεύει στην εξόντωση των ενήλικων παρασίτων.

Μπορεί να περιλαμβάνει συνδυασμό φαρμακευτικής αγωγής, όπως δοξυκυκλίνη, μακροκυκλικές λακτόνες και μελαρσομίνη, σύμφωνα πάντα με το πρωτόκολλο που θα επιλέξει ο κτηνίατρος.

Σε σκύλους με βήχα ή έντονη φλεγμονώδη αντίδραση μπορεί να απαιτηθεί επιπλέον υποστηρικτική ή αντιφλεγμονώδης αγωγή.

Η θεραπεία χρειάζεται προσεκτική παρακολούθηση, καθώς η εξόντωση των ενηλίκων παρασίτων μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο θρομβοεμβολικών επιπλοκών.

Εναλλακτική αντιμετώπιση

Σε περιπτώσεις όπου η χειρουργική αφαίρεση δεν είναι εφικτή και η μελαρσομίνη δεν είναι διαθέσιμη, μπορεί να εφαρμοστεί εναλλακτικό θεραπευτικό πρωτόκολλο.

Η προσέγγιση αυτή θεωρείται δεύτερης επιλογής και οδηγεί σε σταδιακή εξόντωση των παρασίτων. Απαιτεί μακροχρόνια παρακολούθηση και επαναληπτικές εξετάσεις.

Περιορισμός σωματικής άσκησης

Ο περιορισμός της άσκησης είναι ένα από τα σημαντικότερα μέτρα στη διαχείριση της διροφιλαρίωσης.

Ο σκύλος πρέπει να αποφεύγει:

  • Τρέξιμο

  • Άλματα

  • Κυνήγι

  • Έντονο παιχνίδι

  • Οποιαδήποτε έντονη σωματική δραστηριότητα

Ο περιορισμός άσκησης μειώνει σημαντικά τον κίνδυνο πνευμονικής θρομβοεμβολής και πρέπει να τηρείται αυστηρά για όσο χρονικό διάστημα συστήσει ο κτηνίατρος.

Πρόληψη

Η πρόληψη είναι καθοριστικής σημασίας, καθώς η διροφιλαρίωση μπορεί να είναι σοβαρή και δύσκολη στη θεραπεία.

Πριν από την έναρξη προληπτικής αγωγής πρέπει να αποκλείεται πιθανή προηγούμενη μόλυνση, ειδικά σε ενήλικους σκύλους ή σε ζώα με άγνωστο ιστορικό πρόληψης.

Σε ασυμπτωματικούς σκύλους, η πρώτη εξέταση μπορεί να χρειαστεί να γίνει αρκετούς μήνες μετά το τέλος της περιόδου δραστηριότητας των κουνουπιών, ώστε να αποφευχθούν ψευδώς αρνητικά αποτελέσματα.

Σε περιοχές υψηλού κινδύνου, όπως η Νότια Ευρώπη, συνιστάται συνήθως προληπτική αγωγή όλο τον χρόνο.

Προληπτική αγωγή

Η προληπτική αγωγή μπορεί να περιλαμβάνει φάρμακα που ανήκουν στις μακροκυκλικές λακτόνες, όπως:

  • Ιβερμεκτίνη

  • Οξίμη της μιλμπεμυκίνης

  • Μοξιδεκτίνη

  • Σελαμεκτίνη

Η επιλογή του κατάλληλου προϊόντος γίνεται από τον κτηνίατρο, με βάση:

  • Την ηλικία του ζώου

  • Το βάρος του

  • Τον τρόπο ζωής

  • Την περιοχή διαμονής

  • Το ταξιδιωτικό ιστορικό

  • Τη συνέπεια του ιδιοκτήτη στη χορήγηση της αγωγής

Τα κουτάβια μπορούν να ξεκινούν προληπτική αγωγή από μικρή ηλικία, σύμφωνα με τις οδηγίες του κτηνιάτρου και του εκάστοτε προϊόντος.

Ταξιδιωτικές συμβουλές

Οι σκύλοι που ταξιδεύουν από μη ενδημικές σε ενδημικές περιοχές πρέπει να προστατεύονται κατάλληλα.

Για ταξίδια μικρής διάρκειας, μπορεί να χρειαστεί προληπτική αγωγή μετά την επιστροφή. Για ταξίδια μεγαλύτερης διάρκειας, συνιστάται συνήθως μηνιαία προληπτική αγωγή κατά τη διάρκεια της παραμονής στην ενδημική περιοχή.

Η χρήση εντομοαπωθητικών προϊόντων μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο τσιμπημάτων από κουνούπια. Ωστόσο, τα εντομοαπωθητικά δεν πρέπει να θεωρούνται υποκατάστατο της ειδικής προληπτικής αγωγής κατά της διροφιλαρίωσης.

Η σωστή πρόληψη, ο τακτικός έλεγχος και η έγκαιρη κτηνιατρική καθοδήγηση είναι ο καλύτερος τρόπος προστασίας του σκύλου από τη διροφιλαρίωση.

Τελευταία Άρθρα

Λάβετε υπεύθυνη κτηνιατρική συμβουλή

Η ομάδα μας είναι στη διάθεσή σας για να αξιολογήσει τις ανάγκες του κατοικιδίου σας και να σας προτείνει την κατάλληλη φροντίδα.