Skip to main content
19 Μαρτίου, 2026

Ερλιχίωση


Τι είναι η ερλιχίωση;

Η ερλιχίωση είναι μία κροτωνογενής νόσος του σκύλου, δηλαδή μεταδίδεται κυρίως μέσω τσιμπήματος από μολυσμένους κρότωνες.

Προκαλείται από μικροοργανισμούς του γένους Ehrlichia. Στην Ευρώπη, το σημαντικότερο είδος είναι η Ehrlichia canis, η οποία προκαλεί τη μονοκυτταρική ερλιχίωση του σκύλου.

Ο βασικός φορέας της νόσου είναι ο κρότωνας Rhipicephalus sanguineus, γνωστός και ως καφέ κρότωνας του σκύλου.

Η νόσος μπορεί να επηρεάσει σοβαρά το αίμα, το ανοσοποιητικό σύστημα και διάφορα όργανα του οργανισμού. Σε χρόνιες περιπτώσεις μπορεί να είναι ιδιαίτερα επικίνδυνη, γι’ αυτό και πολλές φορές χαρακτηρίζεται ως «σιωπηλός δολοφόνος».

Πώς μεταδίδεται;

Η μετάδοση γίνεται κυρίως όταν ένας μολυσμένος κρότωνας προσκολληθεί στον σκύλο και τραφεί με αίμα.

Οι σκύλοι και τα άγρια κυνοειδή, όπως λύκοι, αλεπούδες και τσακάλια, μπορούν να λειτουργούν ως δεξαμενές του μικροοργανισμού.

Η περίοδος επώασης κυμαίνεται συνήθως από 1 έως 4 εβδομάδες. Αυτό σημαίνει ότι τα συμπτώματα μπορεί να εμφανιστούν αρκετές ημέρες ή εβδομάδες μετά την έκθεση του ζώου σε μολυσμένο κρότωνα.

Ποιες μορφές έχει η νόσος;

Η ερλιχίωση μπορεί να εμφανιστεί σε διαφορετικές φάσεις:

  • Οξεία φάση

  • Υποκλινική φάση

  • Χρόνια φάση

Στην οξεία φάση τα συμπτώματα μπορεί να είναι πιο εμφανή, ενώ στην υποκλινική φάση ο σκύλος μπορεί να φαίνεται σχετικά καλά, παρότι η λοίμωξη παραμένει στον οργανισμό.

Η χρόνια μορφή είναι πιο σοβαρή και μπορεί να προκαλέσει βαριές αιματολογικές διαταραχές. Σε αυτή τη φάση η πρόγνωση είναι πιο επιφυλακτική.

Τα βαρύτερα περιστατικά έχουν παρατηρηθεί συχνότερα σε φυλές όπως ο Γερμανικός Ποιμενικός και ο Siberian Husky, οι οποίες φαίνεται να παρουσιάζουν μεγαλύτερη ευαισθησία.

Πότε υπάρχει υποψία ερλιχίωσης;

Η ερλιχίωση μπορεί να εμφανιστεί με ποικίλα συμπτώματα, τα οποία συχνά δεν είναι ειδικά. Για τον λόγο αυτό, η νόσος πρέπει να διερευνάται ιδιαίτερα σε σκύλους που έχουν ιστορικό έκθεσης σε κρότωνες.

Κλινικά συμπτώματα

Τα συχνότερα συμπτώματα περιλαμβάνουν:

  • Απώλεια βάρους

  • Μειωμένη όρεξη ή ανορεξία

  • Λήθαργο και καταβολή

  • Πυρετό

  • Διόγκωση λεμφαδένων

  • Σπληνομεγαλία

  • Ωχρούς βλεννογόνους

  • Ρινορραγία ή επίσταξη

  • Πετέχειες ή εκχυμώσεις στο δέρμα και στους βλεννογόνους

  • Αιμορραγικές αλλοιώσεις στον επιπεφυκότα

  • Ύφαιμα, δηλαδή παρουσία αίματος μέσα στο μάτι

Μπορεί επίσης να εμφανιστούν οφθαλμικά συμπτώματα, όπως:

  • Επιπεφυκίτιδα

  • Ραγοειδίτιδα

  • Οίδημα κερατοειδούς

Σε πιο σπάνιες ή σοβαρές περιπτώσεις μπορεί να παρουσιαστούν νευρολογικές διαταραχές, όπως:

  • Επιληπτικές κρίσεις

  • Αταξία

  • Πάρεση

  • Υπεραισθησία

  • Συμπτώματα μηνιγγίτιδας ή μηνιγγοεγκεφαλίτιδας

Εργαστηριακά ευρήματα

Στις αιματολογικές και βιοχημικές εξετάσεις μπορεί να παρατηρηθούν:

  • Θρομβοκυτταροπενία, που είναι το πιο συχνό αιματολογικό εύρημα

  • Μη αναγεννητική αναιμία

  • Πανκυτταροπενία, κυρίως σε χρόνιες περιπτώσεις

  • Πολυκλωνική γαμμασφαιρινοπάθεια

  • Υπολευκωματιναιμία

  • Αυτοαιμοσυγκόλληση

  • Θετική δοκιμή Coombs

Σε σπάνιες περιπτώσεις μπορεί να παρατηρηθούν ενδοκυτταρικά βακτήρια, γνωστά ως μορίδια, μέσα σε μονοπύρηνα κύτταρα.

Πώς γίνεται η διάγνωση;

Η διάγνωση της ερλιχίωσης βασίζεται στον συνδυασμό ιστορικού, κλινικής εικόνας και εργαστηριακών εξετάσεων.

Οι βασικές διαγνωστικές μέθοδοι είναι:

  • Εξέταση επιχρίσματος αίματος

  • Ορολογικές εξετάσεις

  • PCR

Εξέταση επιχρίσματος αίματος

Με την εξέταση επιχρίσματος αίματος μπορεί να γίνει αναζήτηση ενδοκυτταρικών βακτηρίων σε κύτταρα του αίματος, μετά από ειδική χρώση, όπως Giemsa ή παρόμοια.

Η ευαισθησία της μεθόδου είναι χαμηλή, καθώς τα μορίδια της Ehrlichia canis ανευρίσκονται σπάνια στα μονοπύρηνα κύτταρα, ακόμη και στην οξεία φάση της νόσου.

Παρόλα αυτά, όταν η εξέταση γίνεται από έμπειρο άτομο, μπορεί να είναι χρήσιμη, ιδιαίτερα επειδή συχνά υπάρχουν ταυτόχρονες λοιμώξεις από άλλα παθογόνα που μεταδίδονται μέσω κροτώνων, όπως Babesia spp. και Hepatozoon canis.

Ορολογικές εξετάσεις

Οι ορολογικές εξετάσεις, όπως ELISA και IFAT, χρησιμοποιούνται για την ανίχνευση αντισωμάτων έναντι της Ehrlichia canis.

Είναι χρήσιμες για τον έλεγχο έκθεσης στη λοίμωξη, όμως πρέπει πάντα να αξιολογούνται σε συνδυασμό με την κλινική εικόνα, το ιστορικό και τα υπόλοιπα εργαστηριακά ευρήματα.

Τα αντισώματα μπορεί να χρειαστούν 3 έως 4 εβδομάδες για να αναπτυχθούν μετά τη μόλυνση. Για τον λόγο αυτό, σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να χρειαστεί επανάληψη της εξέτασης μετά από 1 έως 2 εβδομάδες.

Σε ενεργή νόσο, η αύξηση του τίτλου αντισωμάτων μπορεί να είναι σημαντική σε σχέση με την αρχική μέτρηση.

Πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη ότι μπορεί να υπάρχει διασταυρούμενη αντίδραση μεταξύ Ehrlichia spp. και Anaplasma phagocytophilum.

PCR

Η PCR μπορεί να ανιχνεύσει το DNA της Ehrlichia canis σε δείγματα αίματος ή ιστών, όπως ο σπλήνας.

Πρόκειται για ειδική εξέταση, ιδιαίτερα χρήσιμη για την επιβεβαίωση ενεργής λοίμωξης. Μπορεί να ανιχνεύσει το παθογόνο λίγες ημέρες μετά τη μόλυνση.

Η PCR συνιστάται επίσης για τον έλεγχο αιμοδοτών, ώστε να μειωθεί ο κίνδυνος μετάδοσης μέσω μετάγγισης αίματος.

Είναι σημαντικό να διερευνάται και η πιθανή συνύπαρξη άλλων νοσημάτων που μεταδίδονται από κρότωνες.

Αντιμετώπιση της νόσου

Η θεραπεία επιλογής για την οξεία ερλιχίωση είναι η δοξυκυκλίνη, η οποία χορηγείται από το στόμα για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, σύμφωνα με τις οδηγίες του κτηνιάτρου.

Σε οξείες περιπτώσεις, η κλινική βελτίωση μπορεί να εμφανιστεί μέσα σε 24 έως 72 ώρες από την έναρξη της θεραπείας.

Σε ορισμένα περιστατικά μπορεί να απαιτηθεί μεγαλύτερη διάρκεια θεραπείας, ανάλογα με τη βαρύτητα της νόσου, τα εργαστηριακά ευρήματα και την ανταπόκριση του ζώου.

Μετά τη θεραπεία, ο τίτλος αντισωμάτων έναντι της Ehrlichia canis μπορεί να παραμένει θετικός για μεγάλο χρονικό διάστημα. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ενεργή νόσο, αλλά πρέπει να αξιολογείται από τον κτηνίατρο.

Οι σκύλοι που έχουν νοσήσει παραμένουν ευάλωτοι σε πιθανή επαναμόλυνση, εάν εκτεθούν ξανά σε μολυσμένους κρότωνες.

Υποστηρικτική αγωγή

Σε σοβαρά περιστατικά μπορεί να χρειαστεί υποστηρικτική φροντίδα και στενή παρακολούθηση.

Η υποστηρικτική αγωγή μπορεί να περιλαμβάνει:

  • Υποστήριξη της νεφρικής λειτουργίας

  • Μετάγγιση αίματος σε περίπτωση σοβαρής αναιμίας

  • Χορήγηση πλάσματος ή προϊόντων αίματος σε σοβαρές αιμορραγικές διαταραχές

  • Παρακολούθηση αιματολογικών και βιοχημικών παραμέτρων

  • Έλεγχο για ταυτόχρονες λοιμώξεις από άλλα νοσήματα που μεταδίδονται από κρότωνες

Η χρήση διπροπιονικής ιμιδοκάρβης έχει χρησιμοποιηθεί παραδοσιακά σε ορισμένα περιστατικά, όμως η αποτελεσματικότητά της έναντι της ερλιχίωσης δεν θεωρείται πλήρως τεκμηριωμένη. Σε περιπτώσεις όπου υπάρχει ανταπόκριση, μπορεί να συνυπάρχει άλλη κροτωνογενής λοίμωξη, όπως η μπαμπεσίωση.

Πρόγνωση

Η πρόγνωση εξαρτάται από τη φάση της νόσου και τη γενική κατάσταση του ζώου.

Στην οξεία μορφή, όταν η διάγνωση γίνει έγκαιρα και ξεκινήσει κατάλληλη θεραπεία, η πρόγνωση είναι συνήθως καλή.

Στη χρόνια μορφή, η πρόγνωση είναι πιο επιφυλακτική έως δυσμενής, ιδιαίτερα όταν υπάρχει σοβαρή πανκυτταροπενία ή διαταραχές πήξης.

Η έγκαιρη διάγνωση είναι καθοριστική για την πορεία του περιστατικού.

Πρόληψη

Η πρόληψη βασίζεται κυρίως στην αποτελεσματική προστασία από τους κρότωνες.

Συνιστώνται:

  • Τακτική χρήση αντιπαρασιτικών προϊόντων κατά των κροτώνων

  • Επιλογή προϊόντος ανάλογα με τον τρόπο ζωής του ζώου και τις ανάγκες του

  • Έλεγχος του σκύλου μετά από βόλτες σε περιοχές με χόρτα, χώμα ή έντονη παρουσία κροτώνων

  • Καθημερινός έλεγχος, τουλάχιστον κάθε 24 ώρες, σε περιβάλλοντα υψηλού κινδύνου

  • Άμεση και σωστή αφαίρεση των κροτώνων, χωρίς βίαιες κινήσεις

  • Τακτικός κτηνιατρικός έλεγχος, ειδικά σε σκύλους με ιστορικό έκθεσης σε κρότωνες

Η σωστή πρόληψη μειώνει όχι μόνο τον κίνδυνο ερλιχίωσης, αλλά και άλλων νοσημάτων που μεταδίδονται από κρότωνες, όπως η νόσος Lyme, η αναπλάσμωση και η μπαμπεσίωση.

Τελευταία Άρθρα

Λάβετε υπεύθυνη κτηνιατρική συμβουλή

Η ομάδα μας είναι στη διάθεσή σας για να αξιολογήσει τις ανάγκες του κατοικιδίου σας και να σας προτείνει την κατάλληλη φροντίδα.